Η Καρύτσα Δολόπων

είναι ένα απ΄τα πιό γνωστά και πιό παλιά χωριά των Αγράφων, κτισμένη σε υψόμετρο 1.180μ. περίπου και είναι σήμερα τοπική κοινότητα της δημοτικής ενότητας Νεβρόπολης Αγράφων του δήμου Λίμνης Πλαστήρα του νομού Καρδίτσας.

Γύρω της υψώνονται πανύψηλα όμορφα βουνά και πέτρινοι απότομοι όγκοι, που την οχυρώνουν φυσικά και ασφαλέστατα, ενώ ο Καρυτσιώτης, που ρέει στην κοιλάδα της, την καθιστά εύφορη και ελκυστική.

΄Ετσι σε καμιά ιστορική περίοδο δεν έλειψαν οι άνθρωποι απ΄ αυτό τον ευλογημένο τόπο. Σημάδια πρωτόγονης ζωής με παλαιοντολογικά ευρήματα σπηλαίας άρκτου, κάπρων κλπ. υπάρχουν στην Καρυτσιώτικη «Σπηλιά του Γάκη», πίσω απ΄το βουνό Αράπης

Εξ άλλου απ΄ τα προϊστορικά ακόμα χρόνια η περιοχή κατοικήθηκε απ΄ τους Δόλοπες και μάλιστα στην Καρύτσα λείψανα ενός μεγάλου οικισμού τους υπάρχουν κοντά στο σημερινό χωριό, στη θέση «Παλιοχώρι», δίπλα σ΄ ένα σημαντικό και στρατηγικής σημασίας πέρασμα του τοπικού ποταμού Καρυτσιώτη με επιφανειακά -τουλάχιστον- ευρήματα των χρόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ελληνιστικής περιόδου.

 

Στην κορυφή σχεδόν της πλαγιάς αυτής βρίσκεται σήμερα το ιστορικό μοναστήρι της Παναγίας της Πελεκητής, κτισμένο στον ιερό και καθαγιασμένο αυτό τόπο εδώ και πεντακόσια περίπου χρόνια, του οποίου η ιστορία όλα αυτά τα χρόνια είναι παράλληλη και συνυφασμένη με την ιστορία της ίδιας της Καρύτσας.

Εκτιμάται βάσιμα , ότι το χωριό βρίσκεται στη σημερινή του θέση , όπου μεταφέρθηκε απ΄ τον αρχαίο γειτονικό του οικισμό της θέσης «Παλιοχώρι», απ΄τα πρώτα ήδη χριστιανικά χρόνια.

Στα ύστερα βυζαντινά χρόνια η περιοχή αποτελούσε φέουδο της αρχοντικής οικογένειας των Πετραλειφών, ενώ στα οθωμανικά χρόνια ανήκε στο Χάσι του Σούμπαση των Αγράφων (μαζί με άλλα 26 αγραφιώτικα χωριά) και ναι μεν δεν είχε εγκατεστημένους σ΄αυτό τούρκους κατοίκους, ωστόσο πλήρωνε κάποιους φόρους.

Τα χρόνια αυτά η Καρύτσα ήταν καθαρά γεωργικό χωριό με παραγωγή κυρίως σίτου και κριθαριού, ενώ διέθετε επίσης μελίσσια, αμπέλια, μεταξοσκώληκες , δέκα νερόμυλους και κάποια κηροπλαστεία. Κάθε οικογένεια είχε τα απαραίτητα για τις ανάγκες της ζώα , ενώ εμπορεύονταν και δασικά προϊόντα.

Η παλαιότερη γραπτή αναφορά για την ύπαρξη της Καρύτσας στο χώρο αυτό γίνεται κατά την Οθωμανική φορολογική απογραφή του 1454/55, όπου αναφέρεται η Καρύτσα με 31 πλήρεις «οικογένειες» (δηλαδή φορολογούμενες εστίες) οικογένειες που βρίσκονταν στο χωριό απ΄ τη βυζαντινή περίοδο. Κάποιες απ΄ αυτές αναφέρονται με το επώνυμο «Πρωτόπαπα» , γεγονός που φανερώνει την ύπαρξη στο χωριό μιάς οργανωμένης εκκλησίας με θρησκευτικό ηγέτη πρωτοπρεσβύτερο, τέκνα ή απόγονοι του οποίου έλαβαν στη συνέχεια αυτό το επίθετο.

Στα Βυζαντινά και στα πρώτα Οθωμανικά χρόνια η Καρύτσα προσέβλεπε κυρίως προς τα Βραγγιανά, γνωστά και ως «Μεγάλα Βραγγιανά», που αποτελούσαν κεντρικό χωριό (κεφαλοχώρι) και βασικό σημείο αναφοράς για όλη την ορεινή περιοχή μας, γρήγορα όμως αρχίζει να αναπτύσσεται το γειτονικό της χωριό Νεοχώρι (μετέπειτα «Μέγα Νεοχώρι» ), όπου συρρέουν πολλοί εύποροι κάτοικοι των γύρω χωριών και δημιουργούν εκεί μια νέα ισχυρή κωμόπολη στο μέσο μιάς εύφορης και ραγδαία αναπτυσσόμενης περιοχής, τη Νεβρόπολη, το κέντρο της περιοχής μετατοπίστηκε πλέον και έτσι σταδιακά η Καρύτσα, όπως και όμορα χωριά της, απαγκιστρώθηκαν απ΄ την ιστορική, γεωγραφική και οικονομική επιρροή των Βραγγιανών και στράφηκαν ανατολικά στους ανοιχτούς εμπορικούς δρόμους της εύφορης Θεσσαλίας, βοηθούσης σ΄ αυτό και της εκκλησιαστικής υπαγωγής της Καρύτσας το 1592 στην Αρχιεπισκοπή Φαναρίου και Νεοχωρίου υπό τον μετέπειτα Άγιο Σεραφείμ.

Όλα αυτά τα χρόνια η επικοινωνία των ορεινών κατοίκων μεταξύ τους ήταν ζωντανή και καθημερινή. Μια ατέλειωτη σειρά από ταξιδιώτες, αγωγιάτες, εμπορευόμενους και πραμματευτάδες γέμιζε καθημερινά κι΄ ασταμάτητα τις μεγάλες στράτες απ΄τα Βραγγιανά και την Καρύτσα ως τα μεγαλοχώρια και τα παζάρια που απλώνονταν στον κάμπο Καρδίτσας-Τρικάλων και μετέφερε συνεχώς εμπορεύματα, επιστολές, ειδήσεις, πληροφορίες, ήθη και πολιτισμό.

Εκτός όμως απ΄ το κεντρικό χωριό (Καρύτσα) , που υπήρχε στην ίδια θέση απ΄ τα Βυζαντινά ακόμα χρόνια , μέσα στα πρώτα κιόλας Οθωμανικά χρόνια δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν από Καρυτσιώτες και οι δύο γειτονικοί του επιμέρους οικισμοί γεωργοκτηνοτρόφων , ήτοι :

Οικισμoί

Εκτός όμως απ΄ το κεντρικό χωριό (Καρύτσα) , που υπήρχε στην ίδια θέση απ΄ τα Βυζαντινά ακόμα χρόνια , μέσα στα πρώτα κιόλας Οθωμανικά χρόνια δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν από Καρυτσιώτες και οι δύο γειτονικοί του επιμέρους οικισμοί γεωργοκτηνοτρόφων , ήτοι :

α) ο πολυάνθρωπος οικισμός «Μέγα Ρέμα» ή «Μέγα Ρεύμα», πλησίον του ποταμού Καρυτσιώτη και των πηγών του .Πολύ παλιά συναντάμε τον παραποτάμιο αυτό οικισμό και με την μεσαιωνική του ονομασία «Μαγκάρντα» ή «Μαγγάρδα» , επειδή και ο Καρυτσιώτης ,που τον διέρεε, ονομάζονταν τότε Μάγγαρος .

Ο οικισμός Μέγα-Ρέμα περιελάμβανε πολλές διάσπαρτες εστίες (κατοικίες, αποθήκες, εκκλησίες, μύλους, χάνια ,καλύβες, αγροικίες, στάνες, λιθόστρωτους δρόμους, γεφύρια κλπ) σε μια ευρύτερη περιοχή εγκατάστασης εκατέρωθεν των πηγών και της κοίτης του Καρυτσιώτη ( που εκτείνονταν απ΄τις σημερινές θέσεις «Ξεροκαμάρα» και Χόλιανο ως την εκκλησία της Παναγιάς, όπου ήταν το κύριο οικιστικό κέντρο του και απ΄ το σημερινό Μεγαρέμα ως την σπηλιά του Καϊμακιά , αλλά και απ΄ τον σημερινό Καρβασαρά ως τον απέναντι παλιό Αη-Λιά ψηλά στο βραχώδες Στεφάνι)

β) ο οικισμός «Καραβίδα» ( που εκτείνονταν επίσης με πολλές σκόρπιες εστίες σ΄ όλη την πλαγιά απ΄ τον ΄Αγιο Παντελεήμονα Ράφηνας μέχρι τα Παϊσέϊκα , όπου υπήρχε ο ναός των Αγίων Αποστόλων και απ΄ το ρέμα Μπαρούτσας ,το Μύλο του Παϊση, τα Καλύβια Καρύτσας και την Τέμπλα μέχρι το ρέμα Καραβίδα , όπου και ο κεντρικός οικισμός κοντά στα σημερινά σπίτια των Καραβιδαίων και απ΄το σημερινό ιερό ναό της Αγίας Μαρίνας στα Κόμματα και το άνω Πλακωτό ως τη ράχη της Νέγκορης ).

Μάλιστα στο όνομα του παλιού αυτού «διευρυμένου» οικισμού – ή και αντίστροφα ίσως – οφείλουν το σημερινό επίθετό τους (Καραβίδας) οι οικογένειες ,που ζουν ακόμα και σήμερα εκεί στη γειτονιά «Καραβδέϊκα» του άνω Πλακωτού ( δηλαδή του νυν οικισμού Αγ. Μαρίνα Καρύτσας ) .

Οι δύο αυτοί βασικοί οικισμοί της κοινότητας Καρύτσας ,που αποτελούσαν οικιστικά σύνολα με διάσπαρτες εστίες οργανωμένες σε δύο βασικές ενότητες και οι οποίοι αναφέρονται σε πολλές Προθέσεις μοναστηριών και φορολογικά οθωμανικά αρχεία, εμφανίζονται ήδη απ΄ τον 16ο αιώνα μέχρι και τον 19ο αιώνα, οπότε γνωρίζουν καταστροφές , ερημώνουν, συγχωνεύονται με την Καρύτσα και ξαναδημιουργούνται σε νέα βάση μετά την απελευθέρωση της περιοχής απ΄ τους Τούρκους , εποχή που ιδρύθηκαν εξ αρχής και άλλοι νεώτεροι οικισμοί πάνω στις ίδιες ή σε άλλες παραπλήσιες θέσεις (Ράφηνα, Λογγά, Κατέας ,Χόλιανο, Πλακωτό, Σμείξη).

Οι οικισμοί αυτοί πέριξ του κεντρικού χωριού αρχικά αποτελούσαν αρχικά προσωρινές θερινές εγκαταστάσεις των Καρυτσιωτών για την φύλαξη των καλοκαιρινών αγροτικών καλλιεργειών τους , γι΄ αυτό και αποκαλούνταν «εξοχές» και οι κάτοικοί τους «εξοχίτες» μέχρι που εξελίχτηκαν τελικά με το πέρασμα των χρόνων από απλά καλύβια σε οργανωμένα αυτοτελή οικιστικά σύνολα ,πάντα ως τμήματα-πλοκάμια του βασικού ιστού της τοπικής κεντρικής κοινότητας και της ίδιας ενορίας, αυτής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.

Έτσι η Καρύτσα αποτελούσε πάντα ένα βασικό και σταθερό κέντρο αναφοράς ως χωριό και όλοι οι διασκορπισμένοι κάτοικοι της κοιλάδας του ποταμού Καρυτσιώτη ,είτε σε απομονωμένες εγκαταστάσεις, είτε σε υποτυπώδεις θερινούς οικισμούς, προσέβλεπαν πάντοτε σ΄ αυτό ή εξαρτώνταν σταθερά απ΄ αυτό – συναισθηματικά με δεσμούς αίματος, οικονομικά και διοικητικά- αποτελώντας έτσι ουσιαστικά επί αιώνες το άτυπο «Κοινό των Καρυτσιωτών» , το οποίο στη συνέχεια εξελίχτηκε στη σημερινή Κοινότητα της Καρύτσας Δολόπων.

Η χριστιανική πίστη βρήκε από νωρίς εδώ ασφαλές και ιδανικό καταφύγιο στους απότομους πέτρινους όγκους και στις μικρές σπηλιές «ασκηταριά» – κυρίως γύρω απ΄ το μοναστήρι της Πελεκητής-, που εμφανέστατα έχουν χρησιμοποιηθεί από ασκητές σε παλαιότατους χρόνους. Μέσα σ΄ αυτό, λοιπόν, το ελεύθερο και βαθειά εικονολατρικό περιβάλλον της Καρύτσας κτίστηκαν στην περιοχή της πολλές εκκλησίες. Δεν έχουμε σήμερα δυστυχώς πληροφορίες για το πότε αρχικά κτίστηκαν οι ναοί αυτοί, αλλά μόνο για το γεγονός της καταστροφής τους μέσα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Ετσι γνωρίζουμε ,ότι κατά το κάψιμο της Καρύτσας απ΄ τον Σκόδρα πασά (1823) καταστράφηκαν οι παλαιότατοι ναοί της Ζωοδόχου Πηγής και του Αη-Γιάννη του Πρόδρομου ,που βρίσκονταν μέσα στο χωριό, στα ερείπια των οποίων ξανακτίστηκαν νέοι ομώνυμοι ναοί μετά την απελευθέρωση. Επίσης τότε πυρπολήθηκε και ο ναός (μοναστηράκι) της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος ,που βρίσκονταν πολύ κοντά στην Πελεκητή ,ενώ καταστράφηκαν ακόμα ο ναός των Αγίων Δώδεκα Αποστόλων ,που βρίσκονταν στα Παϊσέϊκα και ο ναός του Αγίου Παντελεήμονος (μετόχι της Πελεκητής) στο σημερινό οικισμό της Ράφηνας καθώς επίσης κι άλλες δύο άγνωστες ακόμα εκκλησίες στην ίδια περιοχή (εκ των οποίων η μία ήταν πιθανά αφιερωμένη στην Αγία Μαρίνα και βρίσκονταν κοντά στο σημερινό ομώνυμο ναό στο Πλακωτό) .

Ωστόσο σε παλιότερη εποχή , μάλλον στη δεινή δεκαετία του 1770 που ακολούθησε την εξέγερση των Ορλωφικών και από επιδρομή ατάκτων ληστoαρβανιτών , καταστράφηκαν οι ναοί της Παναγίας (γιόρταζε στις 23 Αυγούστου) και του Αη-Λιά στον οικισμό «Μεγαρέμα» , ενώ ο ΄Αγγλος αξιωματικός της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Baker αναφέρει το 1832 την ύπαρξη ερειπωμένου παρεκκλησίου της Παναγίας και στη Σπηλιά του Καϊμακιά. Επίσης κατά την εξέγερση των Αγραφιωτών της Τουρκοκρατούμενης ακόμα Θεσσαλίας στα 1854 ή στα 1866 ,καταστράφηκε ο Καρυτσιώτικος ναός (΄ξωκλήσι) της Αγίας Παρασκευής κοντά στη Νέγκορη , ο οποίος βρίσκονταν πάνω ακριβώς στη συνοριακή γραμμή Ελλάδας-Τουρκίας ,στην περιοχή μεταξύ Καρύτσας και Νεοχωρίου .

Στα χρόνια της Οθωμανικής κατάκτησης

η περιοχή μας υπήρξε ορμητήριο κλεφτών (Κατσαντώνης ) ,ενώ ονομαστοί αρματωλοί κι οπλαρχηγοί (Καραϊσκάκης) δοξάστηκαν στον αγώνα κατά των Τούρκων . Παλληκάρια απ΄την Καρύτσα πήραν μέρος και διακρίθηκαν σ΄αυτόν τον απελευθερωτικό αγώνα , όπως ο Γιάννης Καρύτσας, ο Μήτρος Νταϊρης, ο Δημήτρης Αρτίκος κ.α. Τον Ιούλιο του 1823 οι ορδές των Αλβανιτών του Σκόδρα-πασά ισοπέδωσαν τα ΄Αγραφα και έκαψαν την Καρύτσα, καταστροφή απ΄ την οποία γλύτωσε μόνο η μονή Πελεκητής, οι μοναχοί της οποίας διέσωσαν μέσα από ενθυμήσεις τους το χρονικό αυτής της συμφοράς.

Κατά την απελευθέρωση ο ποταμός Καρυτσιώτης αποτέλεσε το σύνορο Ελλάδας-Τουρκίας με αποτέλεσμα η Καρύτσα να βρεθεί επίσημα στο τουρκικό έδαφος. Όμως οι Καρυτσιώτες μαζί με τους μοναχούς της Πελεκητής αντέδρασαν άμεσα και μετέφεραν το 1832 τους επίσημους συνοριακούς πασσάλους απ΄τον Καρυτσιώτη στο οροπέδιο Καραμανώλη και από ΄κεί ευθεία στο οροπέδιο της Αγίας Παρασκευής μέχρι το γεφύρι του Μάντζαρη στον Καρυτσιώτη, εντάσσοντας έτσι στο ελεύθερο κράτος, την Καρύτσα, την Πελεκητή και τον Μπελοκομύτη.

Η Οθωμανική Διοίκηση αντέδρασε έντονα , αλλά και η Ελληνική Κυβέρνηση προσπάθησε να αποτρέψει αυτό το γεγονός και να πείσει τους κατοίκους να εγκατασταθούν στα ελεύθερα εδάφη παραδίδοντας τον τόπο τους στους Τούρκους. Ξεκίνησε ένας μακρύς διπλωματικός αγώνας ανάμεσα στα δύο κράτη με συνοριακά επεισόδια και σοβαρές αντεγκλήσεις, που κράτησαν πενήντα περίπου χρόνια. ΄Όλα αυτά τα χρόνια η Καρύτσα αποτέλεσε την πρώτη ιστορικά συνοριακή «γκρίζα ζώνη» ανάμεσα σε Ελλάδα και Τουρκία, ωστόσο οι Καρυτσιώτες έδωσαν μόνοι τους μια λύση δυναμική σ΄ ένα σοβαρό διεθνές συνοριακό ζήτημα, όπου το επίσημο κράτος έδειξε υποχωρητικότητα και δειλία.

Τα χρόνια που ακολούθησαν το χωριό είχε τη μοίρα όλων των απομακρυσμένων Αγραφιώτικων χωριών , έδωσε ανθρώπους του στο χώρο της εκκλησίας και της εκπαίδευσης ,στρατιώτες που δοξάστηκαν στους Βαλκανικούς πολέμους, στη Μικρασία και στο έπος του 1940. ΄Εστειλε μετανάστες αρχικά στην Αμερική κι΄ ύστερα σ΄ όλη την υφήλιο , θρήνησε θύματα στον εμφύλιο σπαραγμό , έβγαλε επιστήμονες , στρατιωτικούς, πολιτικούς κ. ά.

Στα χρόνια της Γερμανικής Κατοχής

η Καρύτσα σήκωσε πολύ ψηλά τη σημαία του πατριωτικού κι’ απελευθερωτικού αγώνα και γι΄ αυτό η εκδίκηση των κατακτητών ήταν σκληρή. Στις 29 Νοεμβρίου του 1943 οι Γερμανοί παρέδωσαν το χωριό στις φλόγες και το ολοκαύτωμα αυτό της Καρύτσας θα μείνει στην ιστορία για να μαρτυράει αιώνια την ανυποχώρητη αντίστασή της στους κατακτητές .

Επιμέλεια κειμένων : Κώστας Παΐσης